aA
aA
aA
Creeds of Christendom, with a History and Critical notes. Volume I. The History of Creeds.
« Prev Greek Words and Phrases Next »

Index of Greek Words and Phrases

  • ἰδιώματα.: 1
  • ὑπόστασιν,: 1
  • Κανών τῆς πίστεως : 1
  • Σύμβολον, : 1
  • κλῆρος, : 1
  • κοινωνία ἐστὶ τοῦ σώματος.: 1
  • λόγος ἄσαρκος: 1
  • παράδοσις, : 1
  • περὶ δείπνου κυριακοῦ : 1
  • περὶ τῆς ἀνάγκης,: 1
  • συμβάλλειν, : 1
  • συμβολη: 1
  • συνθέτῳ: 1
  • σύμβολον : 1
  • τῆς άληθείας, : 1
  • ỉδιώματα τρία: 1
  • ἀγαπᾷν ἐν ἀληθείᾳ,: 1
  • ἀγεννησία: 1
  • ἀδιάφορα, : 1
  • ἀληθῶς ἐσταυρώθη καὶ ἀπέθανεν,: 1
  • ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς: 1
  • ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ: 1
  • ἀληθινὴ λατρεία,: 1
  • ἀλλὰ διὰ θλίψεως καὶ ἀνίας τῆς συνειδήσεως: 1
  • ἀναγέννησις, παλιγγενεσία, θεογένεσις, φωτισμός, : 1
  • ἀναισθήτως : 1
  • ἀνοίγων μήτραν μητρός: 1
  • ἀντὶ τῆς ἀληθείας τὸ ψεῦδος ἐκλέγεσθαι): 1
  • ἀντίδοσις,: 1
  • ἀντίδοσις, ἀντιμετάστασις, κοινωνία ἰδιωμάτων,: 1
  • ἀντιμεδίστασις,: 1
  • ἀντιμετάστασις τῶν ὀνομάτων,: 1
  • ἀπὸ τοῦ θεωρεῖν τὰ πάντα οἱονεὶ θεωρός: 1
  • ἀπὸ τοῦ τὰ πάντα τηρεῖν: 1
  • ἀπέρχεσθαι εἰς ᾄδου: 1
  • ἀποθέωσις ἀνθρώπου: 1
  • ἀπολύτρωσις: 1
  • ἀποτέλεσμα: 1
  • ἀπουσία: 1
  • ἀπόνοια: 1
  • ἀρτολάτρειαν : 1
  • ἀρτολατρεία,: 1
  • ἀσπασμὸς καὶ τιμητικὴ προσκύνησις,: 1
  • ἀσυγχύτως: 1
  • ἀτρέπτως: 1
  • ἀτρέπτως, : 1
  • ἀχωρίστως, : 1
  • ἁμαρτάνειν): 1
  • ἁπάσης τῆς κατὰ τὴν οἰκουμένην καθολικῆς ἐκκλησίας,: 1
  • ἄνθρωπος: 1
  • Ἀντίδοσις,: 1
  • Ἀνυπόστατος: 1
  • Ἀσπἱς ὀρθοδοξίας, ἠ ἀπολογία καὶ ἔλεγχος: 1
  • Ἄδελφὰ φρονεῖ Λουθῆρος Καλουΐ: 1
  • ἐαυτόν ἐκέύωσε: 1
  • ἐις πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν: 1
  • ἐκ πονηροῦ: 1
  • ἐκ τῆς φύσεως: 1
  • ἐκ τοῦ πατρὸς δἰ υἱοῦ.: 1
  • ἐκκαλέω, : 1
  • ἐκκλησίαι τῶν ἁγίων, : 1
  • ἐκκλησία,: 1 2
  • ἐκπόρευσις, : 1 2
  • ἐν ἀνέσει,: 1
  • ἐν εἴδει καὶ τύπῳ: 1
  • ἐν μορφῇ θεοῦ,: 1
  • ἐν τῇ ἀληθείᾳ πάσῃ: 1
  • ἐνανθρώπησις θεοῦ: 1
  • ἐνδιαβολισθέντες: 1
  • ἐνουσία: 1
  • ἐνυπόστατος: 1
  • ἐξ ἀνάγκης: 1
  • ἐπὶ τῷ θεῷ τῷ σωτῆρί μου: 1
  • ἐπίκρισις,: 1
  • ἐρχόμενου εἰς τὸν κόσμον: 1
  • ἐστί: 1 2
  • ἐστί,: 1
  • ἐστί, : 1
  • ἐταπείνωσεν ἐαυτόν: 1
  • ἐφ᾽ ᾦ πάντες ἥμαρτον: 1
  • ἐχαρίτωσεν ἡμᾶς, : 1
  • ἓν θέλημα: 1
  • ἔργα: 1
  • ἔτι τῇ μετουσίωσις λέξει οὐ τὸν τρόπον πιστεύομεν δηλοῦσθαι, καθ̉ ὃν ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταποιοῦνται εἰς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ κυρίου—τοῦτο γὰρ ἄληπτον πάντη καὶ ἀδύνατον πλὴν αὐτοῦ τοῦ θεοῦ. : 1
  • Ἐκκλησιῶν τῆς Βελγικῆς ἐξομολόγησις,: 1
  • ἡ ἀναίμακτος θυσία,: 1
  • ἡ κατήχησις συντομωτέρα: 1
  • ἡ μετριότης ἡ μῶν,: 1
  • ἢ ἐν ὀδύνῃ,: 1
  • ἰδιοποίησις,: 1
  • ἰδιότης: 1
  • ἱεροσύνη,: 1
  • ἱκανοποίησις: 1
  • ἱλασμός: 1
  • ἴδια, ἰδιότητες: 1
  • ἴδιον: 1
  • ὁ γὰρ θεὸς ἀεὶ καὶ πανταχοῦ πάρεστιν: 1
  • ὁ δὲ ἕλκων τὸν βουλόμενον ἕλκει. : 1
  • ὁ δὲ οἶνος εἰς τὸ ζωοποιὸν αἷμα αὐτοῦ. : 1
  • ὁ μὲν ἄρτος μεταποιεῖται : 1
  • ὁμιλία περὶ τῆς ὀρθῆς καὶ ἀληθοῦς: 1
  • ὁμλογία: 1
  • ὁμοίωσις, : 1
  • ὁμολογία, ἣν ἐδέξατο καὶ δέχεται ἁπαξαπλῶς πᾶσα ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησία: 1
  • ὁμολογοῦμεν: 1
  • ὁμολόγησις.: 1
  • ὁμοούσιος: 1
  • ὃς καὶ ἀληθῶς ἠγέρθη ἀπὸ νεκρῶν, ἐγείραντος αὐτὸν τοῦ πατρὸς, αὐτοῦ.: 1
  • ὄργανα δραστικὰ χάριτος: 1
  • ὅς: 1
  • Ὀρθόδοξος ὁμολογία τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας τῆς ἀνατολικῆς.: 1
  • Ὁμολογία τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς, συγγραφεῖσα ἐν ἐπιτομῇ διὰ Μητροφάνους Ἱερομονάχου Πατριαρχικοῦ τε Πρωτοσυγγέλλου τοῦ Κριτοπούλου.: 1
  • Ὅρος,: 1
  • ὑπὲρ πάντων τῶν εὐσεβῶν ζώντων καὶ τεθνεώτων: 1
  • ὑποστάεις: 1
  • ὑποστείληται: 1
  • ὡς ἄνθρωπος παραβαίνων διαθήκην.: 1
  • ὥσπερ ἀπὸ τοῦ πυρὸς φῶς καὶ θέρμη: 1
  • ὥσπερ ὅπου ἂν ᾖ Χριστὸς Ἰησοῦς, ἐκεῖ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία: 1
  • ὥστε μετὰ τὸν ἁγιασμὸν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου μεταβάλλεσθαι : 1
  • Ὥσπερ ὁ δίσκος ὁ ἡλιακὸς γεννᾷ τὴν ἀκτῖνα, καὶ παρὰ τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἀκτίνων ἐκπορεύεται τὸ φῶς · οὕτω ὁ θεὸς καὶ πατὴρ γεννᾷ τὸν υἱὸν καὶ λόγον αὐτοῦ, καὶ ἐκ τοῦ πατρὸς καὶ υἱοῦ ἐκπορεύεται τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον.: 1
  • Αἰπεινός, : 1
  • Ασπὶς ὀρθδοξίας ἢ ἀπολογία καὶ ἔλεγχος πρὸς τοὺς διασύροντας τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν αἱρετικῶς φρονεῖν ἐν τοῖς περὶ θεοῦ καὶ τῶν θείων, κ.τ.λ. : 1
  • Βιβλίον περὶ τινων κεφαλαίων τῆς ἡμετέρας: 1
  • Βιβλίον σύντομόν τε καὶ σαφὲς περὶ τινων κεφαλαίων τῆς ἡμετέρας πίστεως, περὶ ὦν ἡ διάλεξις γέγονε μετὰ Ἀμοιρᾶ τοῦ Μαχουμέτου, ὃ καὶ ἐπιγέγραπται : 1
  • Βούκηρος.: 1
  • ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ: 1
  • ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ: 1
  • ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ : 1
  • Γραικός,: 1
  • Κανὼν τῆς πίστεως, κ. τῆς ἀληθείας, παράδοσις ἀποστολική, τό ἀρχαῖον τῆς ἐκκλησίας, σύστημα, : 1
  • Κενωσιγραφία χριστολογική,: 1
  • Κοινωνία τῶν θείων,: 1
  • Κολλυριδιανοί: 1
  • Λόγος ἔνσαρκος),: 1
  • Μετουσίωσις: 1
  • Πέτρος: 1
  • Πίλατε, δὸς ἡμῖν τὸν νεκρόν, ἵνα αὐτὸν θάψωμεν.: 1
  • Πιστεύομεν ἐν τοῖς οὐκ ἀναγεννηθεῖσι τὸ αὐτεξούσιον νεκρὸν εἶναι.: 1
  • Πνεῦμα ἅγιον ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον.: 1
  • Στοιχείωσις τῆς Χριστιανῶν πίστεως, ἠ Κατηχισμὸς, κατὰ τὴν παλαιὰν ὀνομασίαν. : 1
  • Ταπεινωσιγραφία : 1
  • Τοῦ ἀγιωτάτου καὶ πατριάρχου καὶ φιλοσόφου: 1
  • Τοῦ αἰδεσιμωτάτου πατριάρχου Κονσταντινουπόλεως : 1
  • Τοῦ αἰδεσιμωτάτου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως: 1
  • Χριστῷ Ιησοῦ,: 1
  • αἱ ἐκκλησίαι: 1
  • αἶμα,: 1
  • αἷμα: 1
  • αὐλή: 1
  • αὐτός σοι τηρήσει κεφαλήν: 1
  • αὔχημα, : 1
  • αχμγ́: 1
  • βεβαίωσις : 1
  • βελτίωσις, ὑπερύψωσις, μετάδοσις, θέωσις, ἀποθεοσία, θεοποίησις, : 1
  • βόσκειν: 1
  • γῆ, : 1
  • γάμος,: 1
  • γεννησία, : 1
  • δήλωσις καὶ ἀλήθεια,: 1
  • δίκαιος: 1
  • δαιμόνιον: 1
  • δικαίωσις, : 1
  • δουλεία,: 1
  • δόξασον μὲ . . . τῇ δόξῃ ᾖ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί). : 1
  • δύο ἐνέργειαι,: 1
  • δύο θελήματα,: 1
  • εἰκών, : 1
  • εἰς αὐτό ἐκεῖνο τὸ ἴδιον σῶμα τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ πραγματικῶς καὶ ἀληθῶς καὶ κυρίως: 1
  • εἰς θεὸν παντοκράτορα: 1
  • εἰς μίαν . . . ἐκκλησίαν,: 1
  • εἰς τὰ καταχθόνια,: 1
  • εἰς τὰ κατώτατα).: 1
  • εἰς τὴν ἀλήθειαν πᾶσαν: 1
  • εἶς κοίρανος ἔστω.: 1
  • εὐχέλαιον,: 1
  • εὗρες χάριν παρὰ τῷ θεῷ,: 1
  • ζωὴν αἰώνιον: 1
  • θέειν, : 1
  • θέλησις νοητή: 1
  • θεανθρώπου,: 1
  • θεοδίδακτον : 1
  • θεοτόκος, : 1
  • θεωρεῖν: 1
  • θεόπνευστος, : 1
  • θεόπνευστος.: 1
  • θεός: 1
  • θεός,: 1
  • κ: 1
  • κένωσις: 1 2 3
  • κένωσις χρήσεως,: 1
  • κένωσις,: 1 2
  • κένωσις, : 1
  • καὶ ὕβρεις: 1
  • καθαρός: 1
  • κατέβη εἰς τὸν ᾅδην: 1
  • κατακυρειύειν,: 1
  • καταλλαγή: 1
  • κατηχήσεις τῆς χρισπανικῆς θρησκείας,: 1
  • κεχαριτωμένη,: 1
  • κεχαριτωμένος: 1
  • κοινωνία: 1
  • κοινωνία ἀποτελεσμάτων: 1
  • κοινωνίαν,: 1
  • κοινόν: 1
  • κολλυρίς,: 1
  • κρῆσις: 1
  • κρύψις χρήσεως: 1
  • κρύψις, : 1
  • κρύψις.: 1
  • κτῆσις: 1 2 3
  • κυριακόν: 1
  • κόσμος,: 1
  • λόγος νοητός: 1
  • λάβετε πνεῦμα ἅγιον.: 1
  • λοῦκαρ: 1
  • λόγος: 1 2
  • λόγος ἔνσαρκος.: 1
  • μία ποίμνη,: 1
  • μία φύσις διττή: 1
  • μία φύσις σύνθετος: 1
  • μία ψυχὴ κατὰ τὴν οὐσίαν: 1
  • μαγάλα δυναμένης μάλιστα τῆς ἀναιμάκτου θυσίας: 1
  • μετάνοια: 1
  • μετάνοια καὶ ἐξομολόγησις,: 1
  • μεταῤῥυθμίζεσθαι: 1
  • μεταβολή: 1
  • μεταβολή, μετουσίωσις: 1
  • μετανοήσαντες: 1
  • μεταποιεῖσθαι: 1
  • μετουσία: 1
  • μετουσίωσις: 1 2
  • μετουσίωσις): 1
  • μετουσιοῦσθαι: 1
  • μιᾶς γυναικὸς ἄνδρα, : 1
  • μονὴ φύσις: 1
  • μονογενὴς θεός: 1
  • μορφὴ δούλου: 1
  • μορφὴ θεοῦ: 1
  • μυστὴρια: 1
  • νοῦς: 1
  • νοῦς, λόγος, πνεῦμα: 1
  • νοέω, : 1
  • οἰκείσις,: 1
  • οἰκουμένη,: 1
  • οἰκουμενικός: 1
  • οἶνος,: 1
  • οἷος,: 1
  • οὐσία: 1
  • οὐσία): 1
  • οὐσίωσις,: 1
  • οὐσιόω,: 1
  • οὗτος, ποτήριον: 1
  • πῦρ καθαρτήριον: 1
  • πάθος,: 1
  • πάντα: 1
  • πάντα ἄνθρωπον: 1
  • πάντα γὰρ ὀξέως ἐπινοεῖ: 1
  • πάρεργα: 1
  • πέμψις, : 1
  • πέτρα,: 1
  • πίστεως τῶν Χριστιανῶν.: 1
  • πίστεως.: 1
  • πίστιν ὀρθὴν καὶ ἔργα καλά: 1
  • παθόντα,: 1
  • πανάγια,: 1
  • πανταχοῦ: 1
  • παράδοσις: 1
  • παράπτωμα : 1
  • παρουσία: 1
  • πατήρ: 1
  • πενθέκτη,: 1
  • περὶ ἀρτολατρείας, : 1
  • περὶ ἐλπίδος: 1
  • περὶ πίστεως: 1
  • περὶ τῆς ὀδοῦ τῆς σωτηρίας (τῶν) ἀνθρώπων.: 1
  • περὶ τῆς εἰς θεὸν καὶ τὸν πλησίον ἀγάπης: 1
  • περιχωρεῖν: 1
  • περιχώρησις: 1
  • περιχώρησις,: 1
  • περιχώρησις, : 1
  • πιστις δἰ ἀγάπης ἐνεργουμένη,: 1
  • πλήρης χάριτος: 1
  • πνεῦμα: 1 2
  • πνεῦμα ἅγιον: 1
  • ποίησον: 1
  • ποιμὴν τῆς κατὰ οἰκουμένην καθολικῆς ἐκκλησίας: 1
  • ποιμαίνειν τὰ ἀρνία, πρόβατα: 1
  • πολιτείᾳ : 1
  • πολλῷ μᾶλλον: 1
  • πουτέστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, θεὸν ἐκ θεοῦ: 1
  • πρῶτον ψεῦδος: 1 2
  • προβάτια: 1
  • προητοίμασεν: 1
  • προςδοκῶμεν: 1
  • προσκυνοῦμεν καὶ τιμῶμεν τὸ ξύλον τοῦ τιμίου τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ, κ.τ.λ.: 1
  • προτεία: 1
  • πρόσκαιρος κόλασις καθαρτικὴ τῶν ψυχῶν,: 1
  • πρόσωπον,: 1
  • σὺ εἶ ὁ ἅγιος θεοῦ: 1
  • σῶμα: 1 2
  • σαρκός,: 1
  • στέφανος τοῦ ἐνιαυτοῦ,: 1
  • στοιχείοις τοῦ κόσμου : 1
  • συμβάλλειν,: 1
  • συμβολή,: 1
  • συμφράδμονες: 1
  • συναμφοτερισμός,: 1
  • συνουσία: 1
  • συστοιχεῖ: 1
  • σωτηρίας ἄξιον ποιεῖται τὸν ἐνεργοῦντα: 1
  • σύμβολον,: 1
  • σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ: 1
  • σύνθετος,: 1
  • τὴν ἐκείνων ποινὴν μὴ ὑλικὴν εἶναι, εἴτους ὀργανικήν, μὴ διὰ πυρός, μήτε δἰ ἄλλης ὕλης): 1
  • τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρ. καὶ τῆς ὑπεραγίας θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων προσκυνοῦμεν καὶ τιμῶμεν καὶ ἀσπαζόμεθα. : 1
  • τὸ ἅγιον ἔλαιον: 1
  • τὸ ἅγιον βάπτισμα, : 1
  • τὸ αὐτεξούσιον: 1
  • τὸ εὐχέλαιον: 1
  • τὸ συμβεβηκός: 1
  • τὸν Ῥωμαικὸν ἀρχιερέα εἰς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τὸ πρωτεῖον κατέχειν.: 1
  • τὸν μὲν ἄρτον εἰς αὐτὸ τὸ ἀληθὲς τοῦ κυρίου σῶμα, ὅπερ ἐγεννήθη ἐν Βηθλεὲμ ἐκ τῆς ἀειπαρθένου, ἐβαπτίσθη ἐν Ἰορδάνῃ, ἔπαθεν, ἐτάφη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, κάθηται ἐκ δεζιῶν τοῦ Θεοῦ καὶ πατέρος, μέλλει ἐλθεῖν ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ—τὸν δ̉ οἶνον μεταποιεῖσθαι καὶ μετουσιοῦσθαι εἰς αὐτὸ τὸ ἀληθὲς τοῦ κυρίου αἶμα, ὅπερ κρεμαμένου ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐχύθη ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ξωῆς.: 1
  • ταπεινωτικόν,: 1
  • τηρεῖν: 1
  • τιμητικὴ προσκύνησις: 1
  • τοὺς σωζομένους,: 1
  • τοὺς σωθησομένους: 1
  • τοῦ ἐκ Μαρίας, ὃς ἀληθῶς ἐγεννήθη: 1
  • τοῦ Λουκάρεως.: 1
  • τοῦτο: 1 2 3
  • τρόποι παιδείας: 1
  • υἱός: 1
  • φιλοδοξία: 1
  • φιλονεικία: 1 2
  • φιλοτιμία: 1
  • φύσει, : 1
  • χρῆσις: 1
  • χρῆσις, : 1
  • χρίσμα,: 1
  • (ἀδιαιρέτως, : 1
  • (ἀληθῶς ἐδιώχθη ἐπί Ποντίου Πιλάτου),: 1
  • (ἀσυγχύτως, : 1
  • (ἐκ μέρους),: 1
  • (ἐκπόρευσις): 1
  • (ἐνανθρώπησις θεοῦ, ἐνσάρκωσις τοῦ λόγου, : 1
  • (ἐνοίκησις, : 1
  • (ἑτέραν πίστιν μηδενὶ ἐξεῖναι προφέρειν ἤγουν συγγράφειν ἢ συντιθέναι),: 1
  • (ἕνωσις καθ᾽ ὑπόστασιν, ἕνωσις ὑποστατική, : 1
  • (ὁμοούσιον): 1
  • (ὁμοούσιος τῷ πατρί),: 1
  • (ὁμοούσιος): 1
  • (ὑπόστασις, πρόσωπον): 1
  • (Λόγος ἄσαρκος): 1
  • (γεννηθείς, οὐ ποιηθείς),: 1
  • (δἰ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι): 1
  • (δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ, ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί);: 1
  • (θεὸς ἀληθινὸς ἐκ θεοῦ ἀληθινοῦ),: 1
  • (θεοτόκος): 1
  • (καὶ εἰς ἁμαρτιῶν ἄφειν καὶ εἰς νεκρῶν ἀνάστασιν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον).: 1
  • (κρᾶσις, σύγχυσις): 1
  • (νοῦς, νεῦμα),: 1
  • (πέμψις): 1
  • (πιστεύομεν),: 1
  • (ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, κ.τ.λ.),: 1
  • (πρὸ πάντων τῶν αἰώνων),: 1
  • (συνάφεια, : 1
« Prev Greek Words and Phrases Next »

Advertisements


| Define | Popups: Login | Register | Prev Next | Help |